Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ ' ΑΣΤΡΑ

 
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ
ΕΚΔΟΤΗΣ
 ''ΤΟ ΒΗΜΑ ''
ΕΤΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
1956
ΑΡΙΘΜΟΣ ΣΕΛΙΔΩΝ
674





Ο μικρός ήρωας του μυθιστορήματος "Συννεφιάζει", το ορφανό αγόρι, στο "Ένα παιδί μετράει τ' άστρα" αποκτάει όνομα, γίνεται ο Μέλιος, που "πιάνει φιλία με τα βιβλία" για να μάθει όσα του κρύβουν οι μεγάλοι. Με ακούραστο πείσμα, με πάθος και με ελπίδα, τραβάει ολομόναχος για τη μεγάλη πολιτεία, το μεγάλο σχολειό.

Στα δύσκολα βήματά του, συναντά καλούς φίλους, αλλά και σκληρούς ανθρώπους. Και παλεύει να φτάσει ψηλά στ' άστρα. Γνωρίζει την προδοσία και τη φιλία, το μίσος και την τρυφερότητα, δοκιμάζεται και αδικείται, αγαπά και αγαπιέται, υποστηρίζει με πάθος την ειλικρίνεια και την αλήθεια, παλεύει με θάρρος ενάντια στην αδικία.

Το ταξίδι του αυτό προς την ενηλικίωση, που κυλά όπως το μεγάλο ποτάμι της πολιτείας του, άλλοτε με ορμή και άλλοτε γαλήνια, άλλοτε με πίκρες και άλλοτε με χαρές, θα τον σημαδέψει για πάντα. Και σημαδεύει μαζί και εμάς, γιατί ο κόσμος του Μέλιου, που φαντάζει μακρινός, δε διαφέρει πολύ από το δικό μας κόσμο.


Ήταν το μοναδικό αγόρι από τα πέντε παιδιά του Γρηγόρη Μπαλάσογλου (που με την εγκατάσταση του στην Ελλάδα έγινε Βαλασιάδης) και της Δόμνας Τσουφλίδη. Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, δημοσιεύοντας ποιητικές συλλογές στην «Αγροτική Ιδέα» της Έδεσσας το 1927 και το 1928, τις οποίες υπέγραφε με το πραγματικό του όνομα (Τάκης Βαλασιάδης). Γύρω στο 1930 δημοσιεύει ποιήματα και διηγήματα του στο περιοδικό «Νέα Εστία». Η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο του ήταν το 1934 στο διήγημα «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια». Τιμήθηκε με το Μέγα Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας για τη συλλογή διηγημάτων του «Τα πλοία δεν άραξαν» το 1938 και με τη Χρυσή Δάφνη Πανευρώπης στο Παρίσι το 1951. Προς τιμήν του, στο Βουκουρέστι δόθηκε το όνομα του σε δημόσιο κτίριο (Λουντέμειο Μέγαρο). Σύμφωνα με το Βασίλη Βασιλικό, «θεωρείται ο πιο πολυδιαβασμένος Έλληνας έπειτα από τον Νίκο Καζαντζάκη».[3]
Πρόσφυγας από την Γιάλοβα στον Μεγάλο Ξεριζωμό,[4] εγκαθίσταται με την οικογένεια του πρώτα στην Αίγινα, μετά στην Έδεσσα και τελικά στο χωριό Εξαπλάτανος της Πέλλας, στο οποίο έζησε από το 1923 μέχρι το 1932 που έφυγε για την Κοζάνη. Η οικογένεια του ήταν εύπορη, αλλά χρεωκόπησε κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή και ο Λουντέμης αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά στην εφηβεία του ως λαντζιέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος σε χωριά της Αλμωπίας, ακόμη και ως επιστάτης στα υπό κατασκευή την εποχή εκείνη, έργα του Γαλλικού ποταμού. Στην Δ΄ τάξη του - εξατάξιου τότε - Γυμνασίου «απεσύρθη» για πολιτικούς λόγους και απεβλήθη απ' όλα τα Γυμνάσια της χώρας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εδώ μπορείτε να γράψετε τη γνώμη σας για το βιβλίο.